Font Size

SCREEN

Cpanel
Νέα σε τίτλους:

ΥΠΟ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ («ΚΑΛΑ ΑΥΤΟΙ ΔΕΝ ΦΟΒΟΥΝΤΑΙ;»)

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ΥΠΟ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ
(«ΚΑΛΑ ΑΥΤΟΙ ΔΕΝ ΦΟΒΟΥΝΤΑΙ;»)

Για τους Έλληνες -πρίν να γίνουν με την βία χριστιανοί- όλα ήταν απλά και είχαν την θέση τους στον κόσμο. Αυτός που θ’ ασχοληθεί σοβαρά με αυτό που καλούμε σήμερα «μυθολογία» θα το καταλάβει αμέσως. Θα είναι σε θέση σχεδόν από την αρχή να κατανοήσει πλήρως την σημασία των λέξεων που χρησιμοποιούμε και σήμερα ακόμα και σε κάποιες περιπτώσεις που το νόημα τους αλλοιώθηκε στην πορεία θα μπορέσει να ξαναβρεί που κόπηκε το αρχικό νήμα τους.

Για τον αρχαίο πρόγονο μας τα πράγματα ήταν μάλλον απλά:

Πατέρας των θεών και των ανθρώπων ήταν ο Δίας. Ο Δίας προκειμένου πρώτα να επιβάλλει (εδραιώσει) και μετά να διατηρήσει την εξουσία του στηρίχτηκε στο Κράτος και την Βία. Οι δύο αυτές θεότητες ήταν αδέρφια με την Νίκη και τον Ζήλο και είχαν για γονείς (σύμφωνα με την επικρατέστερη εκδοχή) τον Πάλλαντα και την Στύγα.

Ήταν οι βοηθοί του Δία όταν αυτός αλυσόδεσε τον Τιτάνα Προμηθέα στον Καύκασο (υπενθυμίζω ότι επειδή ο Προμηθέας -αν και Τιτάνας- συντάχθηκε με τον Δία κατά την διάρκεια της Τιτανομαχίας αρχικά την γλύτωσε για να τιμωρηθεί μετά επειδή έδωσε την φωτιά στους ανθρώπους). Το ενδιαφέρον με το Κράτος είναι ότι είναι άβουλο και γι’ αυτό δεν έχει κανένα πρόβλημα να εκτελέσει τις διαταγές του Διός, ενώ είναι ανίκανο να αισθανθεί οίκτο ή φιλία γιατί δεν έχει δικό του σύστημα αξιών παρά μόνο αυτό που του έχει επιβάλλει ο Δίας.

Μπορεί από την στιγμή που μας επιβλήθηκε (στους Έλληνες ή σε όσους αισθάνονται έτσι) ο Χριστιανισμός να χάθηκαν (μέχρι να ανακαλυφθούν εκ νέου) αυτές οι παραδόσεις, αλλά το Κράτος ως δομή/μηχανισμός εξουσίας δεν έχασε κανένα από τα αρχαία του χαρακτηριστικά. Ωστόσο στον τίτλο αυτού του κομματιού αναφέρουμε και τον Φόβο.

Ο Φόβος ήταν η προσωποποίηση του φόβου και ήταν γιός της Αφροδίτης και του Άρη (όχι της Θεσσαλονίκης), είχε δε αδερφό τον Δείμο (προσωποποίηση του τρόμου). Είχε δε ως αποστολή να συνοδεύει μαζί με τον αδερφό του τον πατέρα του στα πεδία των μαχών.

Όπως όπως καταλαβαίνουμε ο τίτλος του άρθρου αυτού αποτελεί πλεονασμό, μιάς και στο Κράτος (που δεν έχει αισθήματα, άρα και περιεχόμενο όντας θεωρητικά τουλάχιστον ένα σύνολο από δομές) δεν χρειάζεται ο Φόβος γιατί το Κράτος επενδύει στην Βία. Ο Φόβος ήταν απαραίτητος στον πόλεμο. Σε κάθε όμως περίπτωση ο φόβος παράγεται από την υπερβολική και άσκοπη βία, που χρησιμοποιεί εδώ και αιώνες το κράτος. Έτσι αν και πλεονασμός η φράση: «Υπό το κράτος του φόβου» δεν είναι ούτε άστοχη ούτε λιγότερο επίκαιρη σήμερα.

Η βία ως μηχανισμός ελέγχου και καταναγκασμού δεν χρειάζεται να είναι σωματική. Η ίδια δουλειά γίνεται -χωρίς ν’ αφήσει ορατά σημάδια- μέσω ψυχολογικών μηχανισμών με μονιμότερα αποτελέσματα. Αναλόγως του πεδίου άσκησης της διακρίνεται σε ενδοοικογενειακή, ενδοσχολική κ.α. Τις περισσότερες φορές και μόνη η απειλή άσκησης της είναι αρκετή και ικανή να κρατήσει τα πράγματα υπό έλεγχο, εκτός βέβαια από εκείνες τις στιγμές στην πορεία της ιστορίας που οι καταπιεζόμενοι έχουν λιγότερα ή και τίποτα να χάσουν (τις αλυσίδες τους όπως έλεγε και ο Κάρολος) και περισσότερα να κερδίσουν εξεγειρόμενοι.

Υπάρχουν όμως και περίοδοι -όπως αυτή που διανύουμε- στις οποίες μια καταστροφή συμβαίνει εντελώς ξαφνικά (αναπάντεχα) και έτσι τους «πιάνει όλους στα πράσα». Σε αυτές τις περιόδους είναι αρκετά συνηθισμένο μετά τις πρώτες ανακατατάξεις να επικρατεί φόβος και πανικός μη τυχόν η αποσταθεροποίηση του συστήματος εξουσίας προχωρήσει περισσότερο και έτσι χαθούν όλα. Στις περιόδους λοιπόν αυτές όσοι «μεγάλοι παίκτες» έχουν απομείνει μάχονται μεταξύ τους για το ποια «κενά» θα καλύψει καθένας τους. Προκειμένου να πετύχουν στον αγώνα τους αυτό πρέπει να «συσπειρώσουν» όσους ελέγχουν άμεσα ή έμμεσα, ακόμη και κάτω από επιφανειακή και επίπλαστη «ομόνοια» και «ομοψυχία» ή «συστράτευση» όπως αλλιώς τ’ ονομάζουν.

Από μόνη της όμως η είσοδος ενός «μεγάλου παίκτη» δεν σημαίνει και την ταυτόχρονη κατάπαυση των διαμαχών που μαίνονται. Πολύ συχνά οι διαμάχες αυτές συνεχίζονται καμουφλαρισμένες για καιρό (υπογείως), επειδή οι αντιμαχόμενοι δεν μπορούν πλέον να λειτουργήσουν στα φανερά όπως πρίν. Στην περίπτωση της Α.Ε.Κ. η μόνη προφανής αλλαγή ήταν αυτή της αλλαγής ηγεσίας της Original. Θα μπορούσε επίσης κάποιος να θεωρήσει σαν αλλαγή από την μία την ενεργοποίηση των «Πειρατών του Ονείρου» μετά από μιά περίοδο οικειοθελούς αποχής, όσο και την διαφαινόμενη δραστηριοποίηση ενός πυρήνα ακραίων τάσεων που δείχνει ν’ αναλαμβάνει τον ρόλο των «Ηρακλειδών του Στέμματος» υπερασπιζόμενος τον νύν Αφθέντη της Α.Ε.Κ. Δημήτρη Μελισσανίδη.

Όλη η παραπάνω εισαγωγή έγινε για να μπεί στις πραγματικές του διαστάσεις το ερώτημα που αναφέρεται και στον τίτλο. Το ερώτημα «Καλά αυτοί δε φοβούνται;» τέθηκε σε συζήτηση κάποιων μελών της Original, αλλά θα μπορούσε να έχει διατυπωθεί από τον καθένα από μας. Διατυπώθηκε προκειμένου να εκφράσει την απορία των συνομιλητών για όσους μέσω ιστοσελίδων (όπως και η δική μας) εκφράζουν θαρετά την άποψη και την γνώμη τους, ασκώντας κριτική είτε στον ίδιο τον Μελισσανίδη, είτε σ’ αυτούς που δρούν για λογαριασμό του.

Τι κρύβεται (σε δεύτερη ανάγνωση εννοείται) πίσω από το συγκεκριμένο ερώτημα/απορία; Κατ’ αρχάς εκτός της προφανούς απορίας (γιατί το κάνουν;), εκφράζεται η ζήλια των συνομιλητών γιατί προφανώς αυτοί (σε αντιδιαστολή με τους άλλους) φοβούνται. Επίσης υποβόσκει θαυμασμός (μπράβο τους που δεν φοβούνται), την ίδια στιγμή που ανακύπτει για τους ίδιους το ερώτημα «Καλά εμείς γιατί φοβόμαστε;». Βέβαια ανάλογα με την ψυχοσύνθεση των συνομιλητών μπορεί να προκύπτει και ένα αίσθημα συμπάθειας (τους καημένους τρελάθηκαν, γι’ αυτό δεν φοβούνται), ειδικά στην περίπτωση που τους θεωρήσουν τρελούς.

Συνεπώς μέσα στην ίδια φράση εκφράζονται τα εξής συναισθήματα:

Απορία, ζήλια, θαυμασμός, συμπάθεια.

Η αλήθεια όμως μπορεί να είναι αρκετά διαφορετική. Πρίν όμως επιχειρήσουμε να την προσεγγίσουμε πρέπει ν’ αναρωτηθούμε γιατί υπάρχει αυτό το κλίμα φόβου (άσχετα αν είναι δικαιολογημένο ή όχι).

Ο Δημήτρης Μελισσανίδης από τη πρώτη ενασχόληση του με τα διοικητικά της Α.Ε.Κ. είχε την φήμη του «ανθρώπου της νύχτας, με τον οποίο καλύτερα να μην έχεις πολλά-πολλά». Στην πορεία των χρόνων η φήμη αυτή αν δεν μεγάλωσε κιόλας, τουλάχιστον δεν μειώθηκε. Σ’ αυτό βοήθησε βέβαια και η φημολογία για τις σχέσεις του με πολιτικά κόμματα και με συγκεκριμένους πολιτικούς (τις οποίες σχέσεις ο Καθεστωτικός Αεκτζήδικος Τύπος έμμεσα υπογράμμιζε στα ρεπορτάζ του, προσπαθώντας να μας υποβάλλει την εικόνα του αήττητου ο οποίος δεν κολλώνει πουθενά και δεν τον σταματά τίποτα. Ωστόσο ακόμη και αυτός (ο «Αρχηγός» κατά την «ΩΡΑ») είχε και έχει τα προβλήματα του είτε με κάποιους δημοσιογράφους με τους οποίους «τρέχει» στα δικαστήρια, είτε με παλιές εκκρεμείς υποθέσεις (για τις οποίες ακόμη και όταν αθωώνεται υφίσταται φθορά εξαιτίας της αρνητικής δημοσιότητας).

Στην περίπτωση «Μελισσανίδη» λοιπόν υπάρχουν δύο ενδεχόμενα:

  • Είτε είναι τόσο δυνατός που μπορεί εύκολα (και χωρίς(;) κόστος) να σε συντρίψει όποτε το θελήσει, οπότε μέχρι τώρα ήσουν τυχερός που δεν ασχολήθηκε μαζί σου.
  • Είτε δεν είναι τόσο δυνατός όσο πασχίζουν να τον παρουσιάσουν τα ΑΕΚτζήδικα Μέσα Μαζικής Εξαπάτησης (ξέρετε ποιά είναι να μην τα ξαναλέμε).

Ειδικά στην πρώτη περίπτωση όσοι τον θεωρούν παντοδύναμο δεν λαμβάνουν υπόψη τους δύο παραμέτρους:

  • Η πρώτη δεν είναι γνωστή στο πολύ κοινό, αλλά μπορεί να συμπυκνωθεί στην φράση «Σε ΑΕΚτζήδες δεν στέλνει μπράβους».
  • Η δεύτερη έχει σχέση με την νομιμοποίηση, η οποία μπορεί να παραβληθεί με το λαδάκι που υπάρχει μέσα στο καντήλι. Σώνεται με την χρήση και όταν τελειώσει έρχεται η ώρα να τα μαζεύεις. Κανείς δεν παραγνωρίζει ότι οι Η.Π.Α. είναι η μεγαλύτερη πυρηνική δύναμη στον πλανήτη. Ακόμη όμως και αυτή δεν τολμά να πιτεθεί με πυρηνικά στην Κούβα (η οποία και δεν διαθέτει τέτοιου είδους όπλα). Δεν το τολμά γιατί σε άλλη περίπτωση (ακόμα και αν δεν υπήρχε περίπτωση αναταπόδοσης για λογαριασμό της Κούβας) θα έχαναν το (όποιο) ηθικό κύρος τους, το οποίο τους είναι απαραίτητο προκειμένου να στοιχίζονται πίσω τους οι χώρες-δορυφόροι που βρίσκονται υπό την επιρροή τους.

Για τις παραπάνω δύο παραμέτρους αυτοί που γράφουν και λένε θαρρετά τη γνώμη τους δεν φοβούνται από τον Μελισσανίδ τον ίδιο τίποτα. Ωστόσο δεν είναι σε θέση ν’ αποκλείσουν (ποιός μπορεί άλλωστε να είναι απόλυτα σίγουρος για οτιδήποτε;) το ενδεχόμενο κάποιοι που νομίζουν ότι έτσι προστατεύουν τον «Τίγρη» και άρα και την Α.Ε.Κ. να δράσουν από μόνοι τους. Αυτό το ενδεχόμενο καλά θα κάνει να το εξετάσει πρώτα και κύρια ο ίδιος ο Μελισσανίδης, αν κάποιοι «δράσουν αυτοβούλως» άσχετα με το αποτέλεσμα αυτός θα χρεωθεί το σύνολο του κόστους (όπως τ’ αποτελέσματα του «ντού» στο παιχνίδι με τον Πανθρακικό τα χρεώθηκε η Α.Ε.Κ. και όχι οι εισβολείς).

Υπάρχει ωστόσο και μιά άλλη «απάντηση» στο ερώτημα που σχολιάζουμε σήμερα. Η «απάντηση» αυτή συγκεφαλαιώνεται στο: «Όποιος φοβάται πεθαίνει κάθε μέρα. Όποιος δεν φοβάται πεθαίνει μόνο μιά φορά».

Συνεπώς το ερώτημα που θέσαμε στην αρχή μπορεί να μετασχηματιστεί στο εξής (το οποίο και θα πρέπει ν’ απαντήσουν οι δύο συνομιλητές μας): «Για πόσο καιρό ακόμα θα φοβόμαστε να πούμε την γνώμη μας;».

 

Υ.Γ. Ο μόνος τρόπος αντιμετώπισης όσων έχουν την αυθάδεια να λένε αυτό που πιστεύουν, είναι να τους γελοιοποήσεις μέσω των πρόθυμων (υπάρχουν πολλοί πάντοτε και παντού) και έτσι να προσπαθήσεις ν’ αποδομήσεις τόν λόγο τους. Απαραίτητη προϋπόθεση γι’ αυτό είναι να μη σε διαψεύδουν τα γεγονότα, γιατί σ’ αυτή την περίπτωση όχι μόνο δεν τους γελοιοποιείς αλλά δίνεις και μεγαλύτερη αξία στα λεγόμενα/γραφόμενα τους. Άσε που γελοιοποιείσαι ο ίδιος. Το μόνο που σου μένει λοιπόν είναι ν’ αρχίσεις να προσέχεις αυτά που λένε και γράφουν, μπας και κάνεις έτσι και την δουλειά σου (πιθανόν να χρειαστεί ν’ αλλάξεις και συνεργάτες).

 

 

11 Ιούνη 2014.
παρατηρητής 1.

 

 

Διαβάστηκε 7294 φορές
 
 
   
Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Χρονολόγιο ΥΠΟ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ («ΚΑΛΑ ΑΥΤΟΙ ΔΕΝ ΦΟΒΟΥΝΤΑΙ;»)