Font Size

SCREEN

Cpanel
Νέα σε τίτλους:

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. ΠΟΣΑ ΛΕΦΤΑ ΑΞΙΖΕΙ Η ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ ΜΕΡΟΥΣ ΕΝΟΣ Μ.Μ.Ε. ΚΑΙ ΜΕ ΠΟΙΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΖΟΥΝ ΟΙ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΟΙ ΤΟΝ «ΑΕΡΑ»;

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. ΠΟΣΑ ΛΕΦΤΑ ΑΞΙΖΕΙ Η ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ ΜΕΡΟΥΣ ΕΝΟΣ Μ.Μ.Ε. ΚΑΙ ΜΕ ΠΟΙΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΖΟΥΝ ΟΙ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΟΙ ΤΟΝ «ΑΕΡΑ»;

Στις περιόδους μετά την εκδήλωση μιας οικονομικής κρίσης και της ύφεσης (μικρής ή μεγάλης, τοπικής ή γενικότερης) που την ακολουθεί αλλάζουν ιδιοκτήτη πολλές μεγαλύτερες ή μικρότερες εταιρείες. Εταιρείες των οποίων η ύπαρξη σε κάθε περίπτωση έχει μεγάλη σημασία για τους κλάδους στους οποίους δραστηριοποιούνται. Είναι προφανές ότι οι συγκεκριμένες εταιρείες αλλάζουν χέρια από ανάγκη∙ εξαιτίας, δηλαδή, της αδυναμίας του ιδιοκτήτη τους ν’ ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του. Είναι ελάχιστες οι περιπτώσεις που οι ιδιοκτήτες τους έχουν οι ίδιοι την ευκαιρία να πουλήσουν την εταιρεία τους διαπραγματευόμενοι οι ίδιοι με τον νέο ιδιοκτήτη.

Στις περισσότερες περιπτώσεις η διαπραγμάτευση γίνεται μέσω των τραπεζών, οι οποίες είναι πιστώτριες (δανειστές) της υπό πώληση επιχείρησης. Γιατί οι μεγάλες επιχειρήσεις έχουν ανάγκη από μεγάλα «κεφάλαια κίνησης» (πιστώσεις) τις οποίες είτε αντλούν μέσω του Χρηματιστηρίου ή όποτε οι εποχές δεν είναι ιδιαίτερα ευνοϊκές γι’ αυτό από τις τράπεζες. Δεδομένου ότι οι τράπεζες ΔΕΝ χάνουν ποτέ, όταν το οικονομικό κλίμα χαλά και οι αποτιμήσεις των περιουσιακών στοιχείων (ειδικά αυτών που αποτιμώνται σε μετοχές) κατρακυλούν, αυξάνουν την πίεση στους ιδιοκτήτες των επιχειρήσεων είτε για περισσότερα μετρητά είτε για μεγαλύτερη εξασφάλιση (περισσότερες εγγυήσεις). Καθώς (όπως στην περίπτωση μας) η ύφεση ακόμη και αν δεν βαθαίνει συνεχίζεται τα μετρητά είναι και όλο και πιο δυσεύρετα (ακριβότερα) ενώ οι επιπλέον εγγυήσεις ΔΕΝ είναι ποτέ αρκετές (εφόσον οι αξίες της γής και οι τιμές των μετοχών συνεχίζουν να πέφτουν, ενώ οι αγοραστές ακινήτων είναι ελάχιστοι).

Αυτό είναι το «σήμα» που περιμένουν όσοι είχαν «βάλει στο μάτι» τις συγκεκριμένες επιχειρήσεις. Έτσι όταν οι τράπεζες αποφασίσουν πως αρκετά περίμεναν, εφορμούν όπως ο καρχαρίας όταν μυρίσει αίμα (καθώς οι καρχαρίες έχουν κακή όραση όντως μυρίζουν το αίμα). Στο σημείο αυτό είναι σημαντική η αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων, η οποία υποτίθεται ότι γίνεται με βάση κάποιους κανόνες. Στο τέλος όμως αυτό που πράγματι μετράει είναι το πόσοι και ποιοί είναι οι υποψήφιοι αγοραστές. Και πάνω απ’ όλα πόσο πολύ την θέλει καθένας τους. Δηλαδή, πόσο είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν γι’ αυτή την επιχείρηση. Ένα τέτοιο παράδειγμα μας δίνει ο πλειστηριασμός των τηλεοπτικών αδειών. Τότε θυμάστε πως ο Βαρδινογιάννης ΔΕΝ μπήκε στο παιχνίδι αυτό όταν η τιμή ξεπέρασε αυτή που καθ’ υπερβολή σε σχέση με τα οικονομικά δεδομένα είχε θεωρήσει ως ανώτατη. Όλοι οι υπόλοιποι υποτάχθηκαν στην παντοδύναμη «αγορά» και τον περίφημο «νόμο της προσφοράς και ζήτησης».

Ξέχωρα, λοιπόν, από την αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων της πωλούμενης επιχείρησης στον καθορισμό του «εύλογου τιμήματος» υπεισέρχονται παράγοντες όπως η σημασία της επιχείρησης για τον κλάδο της (η οποία καθορίζεται από το μέγεθος της). Όταν ο «Σκλαβενίτης» (εξ)αγοράζει τον «Μαρινόπουλο» στην ουσία ΔΕΝ (εξ)αγοράζει το «σήμα» («φήμη & πελατεία») του, αλλά το δίκτυο καταστημάτων του (από τα οποία θα κλείσει κάποια απ’ όσα αλληλοεπικαλύπτονται με τα δικά του). Όμοια όταν πωλείται το 22% του «Δ.Ο.Λ.» ο (εξ)αγοραστής αγοράζει τόσο κάποιες επιχειρήσεις όσο και τα δικαιώματα έκδοσης εντύπων που κάποια από αυτά φέρουν ιδιαίτερα σημαντικούς στον χώρο τίτλους («ΒΗΜΑ», «ΝΕΑ»).

Παίρνοντας παράδειγμα την τελευταία αυτή περίπτωση (της πώλησης του Δ.Ο.Λ.) θα εξετάσω αν υπάρχει και ποια συνάρτηση των προσφορών που κατέθεσαν οι δύο μεγαλύτεροι πλειοδότες μ’ αυτή με την οποία ο Ιβάν Σαββίδης αγόρασε σχεδόν 20% της «Τηλέτυπος» (MEGA) μέσω του «Πήγασου» το οποίο ΔΕΝ ήταν ενεχυριασμένο στις πιστώτριες τράπεζες.

Σύμφωνα με την ανακοίνωση ο Ιβάν Σαββίδης αγόρασε το 19,6361% με σχεδόν 5 εκ. Ευρώ (βλέπε εδώ). Κάνοντας τις απαραίτητες στρογγυλοποιήσεις προκύπτει ότι αφού για το 20% πληρώθηκαν 5 εκ. το 1% κόστισε στον Σαββίδη 250.000 Ευρώ.

Λίγες μέρες μετά ο Βαγγέλης Μαρινάκης πλειοδότησε στον διαγωνισμό για την εξαγορά του Δ.Ο.Λ. προσφέροντας 22,9 εκ. Δεύτερος πλειοδότης ήταν ο Ιβάν Σαββίδης με 11,9 εκ. (βλέπε εδώ). Στην περίπτωση του Δ.Ο.Λ. τα πράγματα είναι περισσότερο μπερδεμένα γιατί με τα 22,9 εκ. ο Μαρινάκης αγόρασε δύο εφημερίδες, έναν ραδιοσταθμό, τρείς ιστοσελίδες, μισή εκτυπωτική εταιρεία και κάτι παραπάνω από το 40% του πρακτορείου διανομής «ΑΡΓΟΣ», μα πάνω απ’ όλα το 22,11% του MEGA. Θεωρώντας -κάπως αυθαίρετα- ότι σημαντικότερο όλων των άλλων είναι το ποσοστό του MEGA ας δούμε πόσο κόστισε σε καθέναν από τους δύο μεγαλύτερους πλειοδότες.

Κάνοντας τις ίδιες με προηγουμένως στρογγυλοποιήσεις έχουμε:

  • Ο Ιβάν Σαββίδης για το 22% του MEGAπρόσφερε 12 εκ. Ευρώ. Άρα ο Σαββίδης κοστολόγησε το 1% σε 545.454,54 Ευρώ.
  • Ο τελικός πλειοδότης για το 22% πλήρωσε 23 εκ. Ευρώ. Άρα κοστολόγησε το 1% σε 1.045.454,54 Ευρώ.

Από τα παραπάνω και με βάση την υπόθεση που έκανα παραπάνω, ότι δηλαδή το πιο ενδιαφέρον απόκτημα είναι το MEGA και σε συνδυασμό με την αγορά από τον Σαββίδη λίγες μέρες πριν του 20% του σταθμού με 5 εκ. μπορούμε να υποθέσουμε ότι ο Σαββίδης αν ήταν ν’ αγοράσει μόνο το 22% του MEGA θα πρόσφερε ανάλογα λεφτά. Αν, λοιπόν, για το 20% πλήρωσε 5 εκ. για το 22% θα έπρεπε να προσφέρει 275.000 Ευρώ.

Συνεπώς ο Σαββίδης για όλα τα υπόλοιπα (δύο εφημερίδες, ένας ραδιοσταθμός, τρείς ιστοσελίδες, μισή εκτυπωτική εταιρεία και 40% του πρακτορείου διανομής «ΑΡΓΟΣ») πρόσφερε 270.454,54 Ευρώ (545.454,54 - 270.000,00).

Φυσικά, ΔΕΝ έχει κανένα ουσιαστικό νόημα να πούμε ότι η προσφορά του Σαββίδη για τον Δ.Ο.Λ. ήταν 2,2 φορές μεγαλύτερη απ’ όσα έδωσε για ν’ αγοράσει το 20%, αφού οι περιπτώσεις ΔΕΝ είναι μεταξύ τους συγκρίσιμες. Το ίδιο ανούσιο θα ήταν να πεί κάποιος πως ο Μαρινάκης έκανε σχεδόν διπλάσια (1,9 φορές) προσφορά από τον Σαββίδη.

Αν όμως μπορούμε να πούμε κάτι για την προσφορά του Σαββίδη, τότε τι μπορούμε να πούμε γι’ αυτή του Μαρινάκη; Βασικά δεν μπορούμε να πούμε τίποτα μ’ ασφάλεια, καθώς η προσφορά του ΔΕΝ ήταν μόνο για το 22% του MEGA, εκτός ττου ότι με την προσφορά του αυτή έδειξε πόσο περισσότερο το ήθελε. Αν, δε, θεωρήσουμε ότι ο Σαββίδης έκανε την προσφορά του κοστολογώντας τον Δ.Ο.Λ. με επιχειρηματικά κριτήρια, τότε γίνεται προφανές ότι ένα «εύλογο τίμημα» θα ήταν κοντά στα 11,5 εκ. (ίσως και πιο κάτω). Δεδομένου όμως ότι σπανίως ένας επιχειρηματίας προσφέρει ακριβώς τα λεφτά που αξίζει μια επιχείρηση (πάντα δίνει κάτι παραπάνω) ο Δ.Ο.Λ. στη σημερινή συγκυρία θα ήταν «καλοπληρωμένος» και στα 13 εκ.

Άρα τα υπόλοιπα 10 εκ. μέχρι τα 23 που πλήρωσε ο Μαρινάκης αποτελούν ένδειξη του πόσο τον ήθελε. Αποτελούν, αν θα θέλαμε να εκφραστούμε λογιστικά, την «υπεραξία του Δ.Ο.Λ.» όπως την αποτίμησε ο ίδιος.

Μια «υπεραξία» η οποία αποτιμάται (και φυσικά φορολογείται) λογιστικά, αν και στην περίπτωση μας αυτή είναι διαφορετική από αυτή που εκτίμησε ο Μαρινάκης. Μια «υπεραξία» η οποία για τους «πονηρούς» συνίσταται στην «ισχύ» που παρέχει σ’ έναν επιχειρηματία η ιδιοκτησία ενός Μ.Μ.Ε. Ωστόσο, αυτή η άποψη έχει δύο «αδύνατα» σημεία.

  • Από τη μια για να ισχύει ότι η ιδιοκτησία ενός Μ.Μ.Ε. δίνει «ισχύ» στον ιδιοκτήτη του θα πρέπει αυτό ν’ απευθύνεται σε «πολίτες-πρόβατα».
  • Από την άλλη την «ισχύ» ΔΕΝ την δίνει το Μ.Μ.Ε. αλλά η στάση απέναντι του των δημοσίων ανδρών. Όπως θυμάστε (από προηγούμενο κείμενο της σειράς στο οποίο γινόταν λόγος για την επιχειρηματική διαδρομή της οικογένειας Γιαννακόπουλου) ο Θ. Γιαννακόπουλος δήλωσε κάποτε πως παρά το γεγονός ότι ήταν ήδη επιτυχημένος επιχειρηματικά μετά την εμπλοκή του με το μπάσκετ του Π.Α.Ο. του συμπεριφέρονταν καλύτερα, σαν να ήταν για τον λόγο αυτό πιο σημαντικός από πρίν. Άρα όσοι υποκύπτουν στην «ισχύ» ενός Μ.Μ.Ε. το κάνουν γιατί έχουν να κρύψουν παρόμοιες εξυπηρετήσεις υπέρ άλλων (με τις οποίες το Μ.Μ.Ε. τους απειλεί). Συνεπώς η «ισχύς» ενός Μ.Μ.Ε. ΔΕΝ είναι από τα πρίν δεδομένη, αλλά καθορίζεται από τις «αμαρτίες» (τους «σκελετούς στην ντουλάπα») της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας.

Πάντως τόσο από επιχειρηματικής όσο και από πολιτικής άποψης (άρα και από οικονομικής, γιατί ΟΛΑ έχουν οικονομικό αντίκτυπο) θα έχει ενδιαφέρον η μετοχική συνύπαρξη των Σαββίδη (20%) και Μαρινάκη (22%). Υποτίθεται ότι λόγω ποδοσφαίρου ΔΕΝ τα πάνε καλά, αν και έχει γραφτεί πως έχουν γεφυρώσει κάπως τις διαφορές τους. Αλλά και από πολιτικής άποψης θα είναι ενδιαφέρουσα, αφού ο Σαββίδης παίζει ανοιχτά με τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. την ίδια στιγμή που αν και ο Μαρινάκης δεν εκδηλώνεται δημόσια υπέρ της Κυβέρνησης, έχει ωστόσο πολύ καλές και αναμφισβήτητες προσβάσεις στο Μαξίμου. Μένει να δούμε τι στάση θα κρατήσει το υπόλοιπο 58%.

Κλείνοντας πρέπει να σημειώσω ότι ο ρόλος του έντυπου τύπου αλλά και της τηλεόρασης-ραδιοφώνου εδώ και 10-15 χρόνια έχουν υποβαθμιστεί σημαντικά. Συνακόλουθα και η οικονομική τους σημασία έχει πάρει την κατιούσα. Όταν η τυπογραφία ήταν νεαρή και δεν υπήρχαν τα ηλεκτρονικά μέσα ο Τύπος ήταν μια κανονική και μάλιστα αρκετά επικερδής (αν και όχι για όλους) επιχείρηση. Σήμερα είναι ένα σπόρ για λίγους και λεφτάδες. Αντίστοιχα αν το καλοεξετάσουμε η σημασία τους πλέον έχει συρρικνωθεί σημαντικά. Είναι ευκολότερο να σπιλωθούν και να καταστραφούν υπολήψεις μέσω των «μέσων κοινωνικής δικτύωσης» (facebook, tweeter) παρά μέσω των Μ.Μ.Ε. Βοηθούν άλλωστε και οι ίδιοι οι χρήστες (ειδικά οι πολιτικοί όπως ο Τράμπ) οι οποίοι αποδεικνύονται είτε εξαιρετικά αφελείς, είτε δεν έχουν κατανοήσει ότι αυτά τα μέσα είναι δημόσια και όχι ιδιωτικά. Τελικά η «ισχύς» που κάποιοι (μεταξύ των οποίων και οι ιδιοκτήτες τους) νομίζουν ότι έχουν τα Μ.Μ.Ε. είναι περισσότερο υποκειμενική (στη φαντασία τους) απ’ όσο νομίζουν.

(Σημείωση: Η φωτογραφία του κειμένου είναι συνδυασμός των φωτογραφιών των αντίστοιχων ηλεκτρονικών δημοσιευμάτων στα οποία παραπέμπω.)

 

10 Ιούνη 2017
παρατηρητής 1.

Διαβάστηκε 1543 φορές
 
 
   
Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Χρονολόγιο ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. ΠΟΣΑ ΛΕΦΤΑ ΑΞΙΖΕΙ Η ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ ΜΕΡΟΥΣ ΕΝΟΣ Μ.Μ.Ε. ΚΑΙ ΜΕ ΠΟΙΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΖΟΥΝ ΟΙ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΟΙ ΤΟΝ «ΑΕΡΑ»;