Font Size

SCREEN

Cpanel
Νέα σε τίτλους:

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. ΤΟ ΔΡΑΜΑ ΚΑΘΕ ΑΠΕΡΧΟΜΕΝΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΝΑ ΜΗΝ ΤΗΝ ΠΙΣΤΕΥΟΥΝ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΟΤΑΝ ΥΠΟΣΧΕΤΑΙ Τ’ ΑΥΤΟΝΟΗΤΑ ΚΑΙ ΕΝΑΣ ΜΥΣΤΙΚΙΣΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ.

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. ΤΟ ΔΡΑΜΑ ΚΑΘΕ ΑΠΕΡΧΟΜΕΝΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΝΑ ΜΗΝ ΤΗΝ ΠΙΣΤΕΥΟΥΝ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΟΤΑΝ ΥΠΟΣΧΕΤΑΙ Τ’ ΑΥΤΟΝΟΗΤΑ ΚΑΙ ΕΝΑΣ ΜΥΣΤΙΚΙΣΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ.

«Κάθε πράμα στον καιρό του και ο κολιός τον Αύγουστο» λέει η παροιμία, η οποία επιβεβαιώνεται πλήρως και στην πολιτική. Στην πολιτική όπου η επιλογή της «σωστής στιγμής» ενδέχεται να είναι απολύτως καθοριστική, ειδικά όταν «τα πράγματα φωνάζουν από μακριά» για το τι πρέπει να γίνει. Είναι, τότε, που η εκάστοτε κυβέρνηση είτε λαμβάνει εγκαίρως τις «σωστές» αποφάσεις και λαμβάνει το όποιο πολιτικό όφελος, είτε τις εξαγγέλλει προεκλογικά και την πιστεύουν ελάχιστοι. Δυστυχώς ή ευτυχώς στην Οικονομία δεν υπάρχουν πρωτότυπες λύσεις καθώς όλες οι πιθανές καταστάσεις έχουν ήδη συμβεί. Έτσι, σπανίως βρίσκει κανείς κάτι ουσιωδώς διαφορετικό μεταξύ των προγραμμάτων των πολιτικών κομμάτων που διεκδικούν την εξουσία (ή που θέλουν να παίξουν κάποιο ρόλο στο «παιχνίδι εξουσίας»).

Μέσα από τα κείμενα της παρούσης σειράς έχει υποστηριχτεί πως η Οικονομία είναι «ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος» καθώς στο σύνολο της τα κέρδη ισούνται με τις ζημιές. Μέσω της οικονομικής δραστηριότητας τα λεφτά αλλάζουν χέρια. Σκοπός κάθε κυβέρνησης είναι η συνεχής αύξηση των εσόδων της, η οποία επιτυγχάνεται είτε με την άντληση περισσότερων χρημάτων από τους φορολογούμενους, είτε με την αύξηση των τιμών (πληθωρισμός) και την εκτύπωση και διάθεση μεγαλύτερης ποσότητας χρήματος.

Καθώς η δεύτερη επιλογή λόγω του Ευρώ δεν είναι πλέον διαθέσιμη, μοναδική επιλογή για την Κυβέρνηση (την απερχόμενη και την επερχόμενη) είναι η αύξηση των φορολογικών εσόδων. Αυτό θεωρητικά γίνεται με δύο τρόπους. Ο ένας είναι αυτός πολύ έχει επιλεγεί ως σήμερα: η αύξηση των συντελεστών άμεσης και έμμεσης φορολόγησης. Ο άλλος είναι μέσω της μείωσης των φορολογικών συντελεστών (αλλά και άλλων επιβαρύνσεων) έτσι ώστε η αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος ν’ αυξήσει την κατανάλωση δημιουργώντας νέα φορολογικά έσοδα. Στον δεύτερο τρόπο η αύξηση των φορολογικών εσόδων εξαρτάται από τον «πολλαπλασιαστή», δηλαδή πόσες φορές μέσα στην χρονιά τα παραπάνω διαθέσιμα λεφτά θα ξοδευτούν καταναλωτικά ή/και επενδυτικά (προκειμένου να δημιουργήσουν νέα καταναλωτικά προϊόντα και υπηρεσίες).

Δεδομένου, ότι μέχρι τώρα έχει επιλεγεί η πρώτη λύση αυτό είχε ως συνέπεια την αφαίρεση ρευστότητας από την κατανάλωση και την συσσώρευση της στο Κρατικό Ταμείο. Είναι ευνόητο, λοιπόν, πως αφού δεν γίνεται να τυπωθεί και να κυκλοφορήσει νέο (πληθωριστικό χρήμα) πρέπει να υπάρξει αύξηση της ρευστότητας στην «αγορά». Αυτό μπορεί να επιτευχθεί είτε μέσω της χρηματοδότησης των τραπεζών, είτε με την μείωση της φορολόγησης. Αφού, οι τράπεζες έχουν επιλέξει να μην χρηματοδοτούν (στον αναγκαίο βαθμό) την «αγορά» μόνη λύση είναι η μείωση της φορολόγησης.

Συνεπώς, καμία έκπληξη δεν πρέπει να μας προκαλεί ότι η συγκεκριμένη επιλογή βρίσκεται σ’ όλα τα οικονομικά προγράμματα των κομμάτων που διεκδικούν μερίδιο στην διαχείριση της εξουσίας. Ακόμη μικρότερη έκπληξη πρέπει να μας προκαλεί το γεγονός ότι υπάρχουν πολύ συγκεκριμένες προτάσεις, αφού ΔΕΝ γίνεται να επιτευχθεί το συγκεκριμένο αποτέλεσμα με πολλούς τρόπους. Το πρόβλημα έγκειται αλλού. Έγκειται στην πίστη σε μια τέτοια απόφαση πολιτικής και οικονομικής σημασίας και στην μέχρι τέλους εφαρμογή της. Μια εφαρμογή, η οποία πρέπει να έχει τον απαραίτητο χρόνο και την πολιτική και χρηματοδοτική κάλυψη που απαιτείται.

Έτσι, το ζήτημα μετατοπίζεται από το αν ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. αντέγραψε τις οικονομικές προτάσεις της Ν.Δ. και του ΠΑ.ΣΟ.Κ. στο αν όντως έχει την πρόθεση να τις πραγματοποιήσει ή αν απλώς τις επικαλείται προεκλογικά προκειμένου να κερδίσει κάποιες συμπάθειες στην «μεσαία τάξη». Η απάντηση στο ζήτημα αυτό δεν μπορεί να είναι σαφής. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να υπάρξει καμία απάντηση. Ίσα-ίσα. Αν η απερχόμενη Κυβέρνηση υπό τον Αλέξη Τσίπρα είχε από καιρό καταλήξει στα ίδια συμπεράσματα με αυτά μετά τις Ευρωεκλογές που την οδήγησαν στην υιοθέτηση των οικονομικών προτάσεων της αντιπολίτευσης, τότε θα τις είχε νομοθετήσει ήδη. Δεν το έκανε, όμως, προφανώς γιατί πίστευε πως τα εκλογικά της ερείσματα στα υπόλοιπα στρώματα της Ελληνικής Κοινωνίας ήταν πολύ ισχυρότερα. Έτσι, μια Κυβέρνηση που διατυμπάνιζε πως η οικονομική της πολιτική έχει «ταξικό πρόσημο» δεν αντιμετώπιζε ενδεχόμενο αλλαγής της φορολογικής πολιτικής, η οποία άλλωστε φαινόταν μέσω της διαμόρφωσης υπερ-πλεονασμάτων ν’ αποδίδει.

Η μείωση του Φ.Π.Α. στα επίπεδα του Β’ Εξαμήνου του 2010 (τότε ο «κανονικός» συντελεστής ήταν 23 (με ενδεχόμενες μετατάξεις αγαθών και υπηρεσιών) σε συνδυασμό με την μείωση του εισαγωγικού φορολογικού συντελεστή κάτω από το 22% (το πόσο διαφέρει ανάλογα με την συνολική προσέγγιση) είναι αυτό που λέμε «μονόδρομος». Η μείωση του ΕΝ.Φ.Ι.Α. κατά 30% είναι το εκλογικό «κερασάκι». Τίποτα, όμως, δεν θ’ αποδώσει τόσο όσο η μείωση της προείσπραξης του Φόρου Εισοδήματος Νομικών Προσώπων (συμπεριλαμβανομένων των Ελεύθερων Επαγγελματιών) από το 100% σε πολύ μικρότερο ποσοστό. Η ηλιθιότητα του «ταξικού προσήμου» στην οικονομική πολιτική εμφανίζεται και εδώ εφ’ όσον ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. προτείνει την μείωση στο 50% για τις «προσωπικές εταιρείες» και τους «Ελεύθερους Επαγγελματίες» και στο 80% για τα υπόλοιπα Νομικά Πρόσωπα. Με την διχαστική αυτή μείωση «τιμωρεί» όσους επιλέγουν να ιδρύσουν μια εταιρεία για να έχουν τα πλεονεκτήματα της αντίστοιχης νομικής μορφής.

Ωστόσο, η μείωση της προκαταβολής φόρου είναι ιδιαιτέρως σημαντική για ν’ αντιμετωπίζεται «ταξικά». Αυτό γιατί η προκαταβολή φόρου εκτός από μια πολύ σημαντική εκροή ρευστότητας από πλευράς του φορολογούμενου, οδηγούσε και σε φοροδιαφυγή▪ η οποία υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες ήταν αναγκαστική και απαραίτητη από την άποψη της επιβίωσης του φορολογούμενου. Συνεπώς, πρέπει να αναμένεται μια μείωση της φοροδιαφυγής▪ η οποία προκειμένου να είναι σημαντική θα πρέπει να συνοδευτεί και από φορολογικά μέτρα στα Φυσικά Πρόσωπα που μισθώνουν τις υπηρεσίες των Ελευθέρων Επαγγελματιών.

Σε κάθε περίπτωση αυτή τη στιγμή πολύ λίγοι δίνουν κάποια αξία στις οικονομικές υποσχέσεις του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Όχι μόνο επειδή αν όντως είχε κάνει την συγκεκριμένη διάγνωση της (οικονομικής) κατάστασης θα τις είχε ήδη νομοθετήσει, αλλά πολύ περισσότερο επειδή η σωστή οικονομικά τακτική θα ήταν η εφαρμογή τέτοιων ελαφρύνσεων ταυτόχρονα (και εξ’ αιτίας) με την πραγματοποίηση των υπερ-πλεονασμάτων. Όμως, την απερχόμενη Κυβέρνηση υπό τον Αλέξη Τσίπρα ΔΕΝ την ενδιέφερε η Οικονομία παρά μόνο σαν εργαλείο παραγωγής (μέσω και «δημιουργικής λογιστικής») υπερ-πλεονασμάτων μέρος των οποίων θα δίνονταν με μορφή επιδομάτων σε στοχευμένα στρώματα ψηφοφόρων. Μια πολιτική επιλογή την οποία ήδη πλήρωσε στην κάλπη των Ευρωεκλογών και αναμένεται να πληρώσει ξανά σε 3 εβδομάδες από τώρα.

Εκτός των παραπάνω υπάρχει και ένας ακόμη πιο σημαντικός λόγος για την επερχόμενη κυβερνητική αλλαγή. Ένας λόγος ψυχολογικός και όχι πολιτικός. Κοιτάζοντας πίσω στην Ευρωπαϊκή Σύγχρονη Ιστορία παρατηρούμε την ψυχολογική επιλογή των ψηφοφόρων σε «Δεξιές κυβερνήσεις» όταν υπάρχει ανάγκη συμμαζέματος των Κρατικών Δαπανών και σε «Σοσιαλδημοκρατικές» όταν απαιτείται μια άλλου τύπου διανομή στην Κοινωνία της αύξησης του Α.Ε.Π. όταν η Οικονομία είναι σε «αναπτυξιακή τροχιά». Μόνο που για να επιβεβαιωθεί πρέπει να κοιτάξουμε την ουσία και όχι τις ταμπέλες. Και η ουσία είναι πως η διακυβέρνηση της απερχόμενης Κυβέρνησης ήταν στην Οικονομία απολύτως «Δεξιά» όσο αφορά την συγκέντρωση από το Κράτος πολύ μεγάλου ποσοστού των χρημάτων των φορολογουμένων. Την ίδια στιγμή απέτυχε εξ’ αιτίας της υπερ-φορολόγησης να δημιουργήσει τις συνθήκες που θα οδηγούσαν σε σημαντική και αυτό-τροφοδοτούμενη αύξηση του Α.Ε.Π. Η αποτυχία της ήταν τόσο μεγάλη που οι ψηφοφόροι φαίνεται -με τα μέχρι τώρα δεδομένα- να επιλέγουν μια «γνήσια Δεξιά» κυβέρνηση για την δουλειά αυτή.

Μένει να δούμε αν η πεποίθηση-επιλογή τους θα επιβεβαιωθεί. Σε κάθε περίπτωση η μείωση των συντελεστών του Φ.Π.Α. σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες φορο-ελαφρύνσεις θα μειώσει κάπως το φορολογικό βάρος για πολύ μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού, αν και θα πρέπει να συνοδευτεί και από άλλου τύπου μέτρα. Αυτή η μείωση των φορολογικών βαρών για τους «πολλούς» είναι η σημαντικότερη αναδιανεμητική πολιτική στην οποία μπορεί να ελπίζει ένας ψηφοφόρος από μια κυβέρνηση ανεξαρτήτως πολιτικού προσανατολισμού. Το γεγονός ότι αυτό (φαίνεται ότι) θα συμβεί από μια «Δεξιά κυβέρνηση» αποτελεί μια ακόμα «επιτυχία» της απερχόμενης υπό τον Αλέξη Τσίπρα Κυβέρνησης.

Αντί επιλόγου επέλεξα να σχολιάσω την επανεμφάνιση ενός «μυστικιστικού» (όπως φαίνεται) οικονομικού αριθμού. Για κάποιο αδιευκρίνιστο ακόμη λόγο ο συγκεκριμένος αριθμός εμφανίζεται σε κάθε προεκλογική περίοδο εδώ και πολλά χρόνια. Ο αριθμός αυτός είναι ο 500.000 και αφορά πάντα «νέες θέσεις εργασίας» (προφανώς πλήρους απασχόλησης). Αν ο συγκεκριμένος αριθμός που χρησιμοποιείται ως υπόσχεση/δέσμευση επαληθευόταν έστω τις μισές φορές, τότε δεν θα υπήρχε ανεργία στην Χώρα. Δυστυχώς, οι πιθανότητες να επαληθευτεί και τώρα είναι ελάχιστες αν και ίσως δεδομένης της κατάστασης (έξοδο από την Ύφεση) ίσως και να επαληθευτεί σε κάποιο βαθμό.

15 Ιούνη 2019
«πανταχού παρών 1».

Διαβάστηκε 113 φορές
 
 
   
Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Χρονολόγιο ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. ΤΟ ΔΡΑΜΑ ΚΑΘΕ ΑΠΕΡΧΟΜΕΝΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΝΑ ΜΗΝ ΤΗΝ ΠΙΣΤΕΥΟΥΝ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΟΤΑΝ ΥΠΟΣΧΕΤΑΙ Τ’ ΑΥΤΟΝΟΗΤΑ ΚΑΙ ΕΝΑΣ ΜΥΣΤΙΚΙΣΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ.