Font Size

SCREEN

Cpanel
Νέα σε τίτλους:

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΕΞΕΔΡΑΣ (ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΤΥΧΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΚΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ)

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΕΞΕΔΡΑΣ
(ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΤΥΧΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΚΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ)

Είμαστε ΟΛΟΙ ηλίθιοι. Ή τουλάχιστον έτσι μας θεωρούν τα πολιτικά και αθλητικά «γιουσουφάκια», τα οποία νομίζουν ότι μπορούν να μας υποβάλλουν την εικόνα της πραγματικότητας που πληρώνονται για να πλασάρουν. Δεν είναι, όμως, μόνο τα «γιουσουφάκια» τα οποία θεωρούν ότι μόνο εκείνα ξέρουν «τι» και κυρίως «γιατί» συμβαίνει. Είναι και όσοι θεωρούν τους εαυτούς τους ως τους μόνους γνήσιους ερμηνευτές και φυσικά συνεχιστές μιας οποιασδήποτε «παράδοσης», αξιώνοντας να είναι αυτοί που θα δίνουν το περιεχόμενο «καπελώνοντας» όλους τους υπόλοιπους. Στην περίπτωση της εξέδρας τον «τόνο» δίνουν οι οργανωμένοι, όχι επειδή είναι πιο «πιστοί» οπαδοί αλλά επειδή ως οργανωμένοι «ακούγονται» περισσότερο.

Αυτοί, λοιπόν, με τα πανό τους και τις ανακοινώσεις τους δίνουν το περιεχόμενο (την «ιδεολογική ταυτότητα») της ομάδας. Προφανώς η τέτοια ταυτότητα είναι σταθερά επικριτική έναντι της εκάστοτε κυβέρνησης. Ενδεχομένως να μην είναι καν main stream καθώς η «εξέδρα» μπορεί να εκφράζει αιτήματα συγκεκριμένων πολιτικών χώρων (π.χ. «αναρχικών») ζητώντας για παράδειγμα την αποφυλάκιση κάποιου που (σύμφωνα με την «εξέδρα») άδικα κατηγορείται. Βέβαια, από τη στιγμή που η «εξέδρα» ταυτίζεται μ’ ένα πολιτικό χώρο δεν μπορεί παρά να συνεχίσει στο ίδιο «μήκος κύματος» κάτι το οποίο πρακτικά σημαίνει ότι κάποια θέματα την αφήνουν αδιάφορη και συνεπώς δεν εκφράζει καμία «πολιτική θέση» γι’ αυτά.

Έτσι όταν το ένα «πέταλο» ζητά την αποφυλάκιση κάποιων που κρατούνται με ανεπαρκή στοιχεία, το άλλο μπορεί ν’ αδιαφορεί. Όταν αυτοί που πριν αδιαφορούσαν για την καταπάτηση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου «διαμαρτυρηθούν» για το «ξεπούλημα της Μακεδονίας» το «ευαίσθητο κοινωνικά πέταλο» μπορεί να κάνει την πάπια. Υποτίθεται ότι και τα δύο «πέταλα» υποστηρίζουν την ίδια ομάδα. Παρ’ όλα αυτά το μήνυμα που καθένα τους εκπέμπει και που καθένα τους θεωρεί ότι εκφράζει (ή θα έπρεπε να εκφράζει) η ομάδα είναι εκ διαμέτρου αντίθετο, αφού στην πράξη η υποστήριξη τους ενός αιτήματος αυτομάτως αποκλείει την υποστήριξη του άλλου.

Και οι δύο, όμως, ομάδες οπαδών θεωρούν ότι αυτές μόνον έχουν δίκιο και πως είναι οι «γνήσιοι» εκφραστές της «ιδεολογίας» της ομάδας. Ο συλλογισμός αυτός υποκρύπτει μια «ιδιοκτησιακή» σχέση και αντιμετώπιση της ομάδας από τον οργανωμένο οπαδό, τουλάχιστον όσον αφορά τα «πιστεύω» της. Αυτή, όμως, η σχέση έχει στην πράξη περιορισμένη εμβέλεια μιας και ο «Αριστερός» -όσον αφορά την «κοινωνική» του ευαισθησία- οπαδός μπορεί να κάνει την «πάπια» (ότι δεν καταλαβαίνει) μεταβαλλόμενος σε «Δεξιό» όταν αυτό έχει να κάνει για παράδειγμα με την συμπεριφορά του ιδιοκτήτη απέναντι σε παίκτες της ομάδας. Σε τέτοιες περιπτώσεις δεν θα δείτε ούτε ένα πανό διαμαρτυρίας.

Όταν η ομάδα είναι πιο ομοιογενής οπαδικά το πρόβλημα είναι οι άλλοι και η γνώμη τους γι’ αυτούς. Για παράδειγμα στον «βωμό της ενότητας» επιλέγεται η «αποχή» των οπαδών της ομάδας από «πολιτικά σχόλια». Καθώς, όμως, όλα είναι πολιτική όταν οι οπαδοί διαμαρτυρηθούν για την ανυπαρξία/ανικανότητα της «Κρατικής Μηχανής» γίνονται αποδέκτες κριτικής για την προηγούμενη επιλεκτική απουσία τους. Από αυτό το σημείο ξεκινά το γαϊτανάκι της σύγχρονης «δημοσιογραφίας». Μιας «δημοσιογραφίας» μόνο εντυπώσεων και καθόλου ουσίας.

Η «σύγχρονη δημοσιογραφία» στην πλειοψηφία της κινείται στον χώρο των εντυπώσεων. Δεν ενδιαφέρεται ούτε για τα γεγονότα, ούτε για την ουσία. Απευθύνεται μόνο στο συναίσθημα επικαλούμενη «διαχρονικές» αλήθειες, εξαργυρώνοντας συνεχώς το ίδιο λαχείο. Φτάνει να βρει μια αφορμή, ένα σημείο για να πιαστεί και όπως ο Αρχιμήδης ήταν ικανός να γυρίσει την Γη αρκεί να του έδιναν ένα σημείο να σταθεί, ένα μοχλό και μια πέτρα έτσι και τα στρατευμένα σ’ έναν σκοπό «γιουσουφάκια» κάνουν το μαύρο σε άσπρο.

Πιάνονται από ένα πανό (ή την ανυπαρξία του σ’ άλλες περιπτώσεις) και στήνουν μια «επιχειρηματολογία» η οποία δεν έχει στόχο ν’ αποδείξει μια συγκεκριμένη θέση, αλλά ν’ αθωώσει αυτόν σε βάρος του οποίου στρέφεται το πανό από τις ευθύνες που ο ίδιος νοιώθει να τον βαραίνουν. Τους ενδιαφέρει ο χρονισμός (timing για τους γηγενείς) και τα συμφέροντα που κρύβονται πίσω από το πανό (ή την ανυπαρξία του) και όχι η αφορμή (η οποία είναι ένα γεγονός της επικαιρότητας το οποίο έχει πραγματικές επιπτώσεις στην ζωή μας). Μιλούν αποκλειστικά για τις «υπόγειες» διασυνδέσεις επιχειρηματικών συμφερόντων (οι οποίες είναι πάντα μόνο από την «άλλη» και όχι από την δική τους πλευρά) και ερίζουν για το ποιος δικαιούται να μιλά για λογαριασμό ποιου.

Ένας «σύγχρονος» δημοσιογράφος ακόμη και όταν ανήκει σε προηγούμενη δημοσιογραφική γενιά ως στρατευμένος στην υπηρεσία ενός «σκοπού» (διάβαζε «κόμματος») ενδιαφέρεται για το ποιος είναι ο συγγραφέας ενός κειμένου και όχι για το περιεχόμενο του. Από την άποψη αυτή θυμίζει φιλόλογο ή ιστορικό ο οποίος παλεύει να ξεδιαλύνει την ταυτότητα του συγγραφέα ενός βιβλίου από το ύφος γραφής, ο οποίος είναι είτε ανώνυμος είτε έχει γράψει με ψευδώνυμο. Αν μια τέτοια προσπάθεια (να ξεδιαλυθεί ένας γρίφος) μπορεί να είναι «έργο ζωής» για τον ιστορικό ή τον φιλόλογο είναι παντελώς περιττή για έναν δημοσιογράφο που δεν ιστοριογραφεί.

Η ανωνυμία του συγγραφέα της «Ελληνικής Νομαρχίας» (1806) δεν αφαιρεί τίποτα από την δύναμη και την ουσία του κειμένου. Ίσα-ίσα γιατί αν η εικασία ότι συγγραφέας του είναι ο Ιωάννης Κωλέττης (μετέπειτα αρχηγός του «Γαλλικού Κόμματος») είναι σωστή, τότε πολλοί θα το διάβαζαν προκατειλημμένοι από την μετέπειτα πολιτική του πορεία. Όπως η ανωνυμία και η χρήση ψευδώνυμου (δηλαδή ψεύτικης ταυτότητας) δεν ακυρώνουν την ουσία ενός κειμένου, έτσι και η επιβεβαίωση της ταυτότητας του συγγραφέα δεν προσθέτει αξιοπιστία ή αναξιοπιστία στα γραφόμενα. Αυτός που θα μπει στον κόπο αποδεικνύοντας ότι η υπογραφή σ’ ένα κείμενο είναι πλαστή έχει ήδη από την αρχή της προσπάθειας του περιπέσει στην μεγαλύτερη αθλιότητα, καθώς προσπαθεί ν’ αποφύγει την αναμέτρηση με τα όποια επιχειρήματα του κειμένου και ν’ αντιπαρατεθεί σ’ αυτά.

Ομοίως αυτός που απλά προσπαθεί να γράψει ένα κείμενο «καθρέπτη» ενός άλλου αναζητώντας άλλοθι στο παρελθόν (το δικό του και των άλλων) αποδεικνύει απλά πόσο ακατάλληλος είναι ο ίδιος (ή/και αυτοί τους οποίους υπερασπίζεται) για θέσεις ευθύνης. Από την άλλη μια τέτοια προσπάθεια αποτελεί απλά αλητεία. Αλλά είπαμε η «σύγχρονη δημοσιογραφία» ελάχιστα ψάχνει την αλήθεια. Ο κύριος σκοπός της είναι η αποδόμηση της «αλήθειας» του άλλου. Είναι σαν την ομάδα που κύριο μέλημα της είναι η «καταστροφή» του παιχνιδιού του αντιπάλου. Είναι εύκολο να «κλέψεις» την μπάλα. Το δύσκολο είναι μετά να επιτεθείς «κάνοντας παιχνίδι» (αναλαμβάνοντας την πρωτοβουλία). Ο τέτοιος τρόπος παιχνιδιού οδηγεί σε περισσότερες ισοπαλίες από νίκες και είναι ελάχιστα θελκτικός για τους θεατές.

Αποτελεί περισσότερο διαχείριση της ήττας (να μην φάμε πολλά και ξεφτιλιστούμε) παρά επιδίωξη της νίκης. Αντί επιλόγου αναδημοσιεύουμε δύο ενδεικτικές φωτογραφίες και ένα (ομοίως ενδεικτικό) κείμενο για το πόσο «ωραία ατμόσφαιρα είμαστε».

Πέταλο 1

Πέταλο 2

Κείμενο

04 Αυγούστου 2018
παρατηρητής 1.

    

Διαβάστηκε 197 φορές
 
 
   
Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Κείμενα Παρατηρητηρίου Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΕΞΕΔΡΑΣ (ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΤΥΧΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΚΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ)