Font Size

SCREEN

Cpanel
Νέα σε τίτλους:

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΟΙ ΕΚΛΟΓΕΣ ΤΗΣ 25ης ΓΕΝΑΡΗ 2015, Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ - Α΄ΜΕΡΟΣ.

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΟΙ ΕΚΛΟΓΕΣ ΤΗΣ 25ης ΓΕΝΑΡΗ 2015, Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ - Α΄ΜΕΡΟΣ.

Εισαγωγή.

Το κείμενο που ακολουθεί σκοπό έχει να δώσει μιά καλή ιδέα για τα περιθώρια άσκησης της οικονομικής πολιτικής την επομένη των εκλογών της 25ης Γενάρη 2015. Το κείμενο αποτελείται από δύο μέρη. Στο μεν πρώτο μέρος περιγράφεται περιληπτικά η λειτουργία κάποιων κρίσιμων παραμέτρων για την οικονομία, ενώ στο δεύτερο (βλέπε εδώ) καταγράφεται το «συμπέρασμα» (τι μπορεί να περιμένει κάποιος από τις 26 Γενάρη και μετά). Συνεπώς για όσους γνωρίζουν (ή νομίζουν ότι γνωρίζουν) τα σχετικά με:

  • τον καταμερισμό μεταξύ των κρατών του «τι» και «πόσο» θα παράγει καθένα από αυτά,
  • την «παραγωγική βάση» («παραγωγικό μοντέλο»),
  • τον πληθωρισμό και τον τρόπο ρύθμισης του (μονεταρισμός) και
  • τα βασικά γνωρίσματα των «αγορών»

μπορούν να πάνε κατευθείαν στο συμπέρασμα (Β’ Μέρος).

Α’ Μέρος.                                                                                                         

Το κείμενο που ακολουθεί γράφεται με αφορμή την επερχόμενη εκλογική αναμέτρηση αλλά θα μπορούσε άνετα να ισχύει για κάθε εκλογική αναμέτρηση ακόμη και αν με πρώτη ματιά μας φαίνεται ότι οι συνθήκες είναι διαφορετικές. Σ΄ ότι αφορά την οικονομία και την λειτουργία της αρκετά απ’ όσα αναφερθούν παρακάτω είναι ήδη γνωστά από προηγούμενα κείμενα της σειράς. Το σημερινό κείμενο θα μας δώσει μια απτή και σαφή εικόνα της αλληλεξάρτησης πολλών και φαινομενικά άσχετων μεταξύ τους παραμέτρων.

Η μεγάλη πλειοψηφία των ψηφοφόρων παραγνωρίζει τις σχέσεις αλληλεξάρτησης της Χώρας μας μέσα στο διεθνές σύστημα και θεωρούν ότι με την τιμωρία των «άχρηστων» και την επιλογή κάποιων που «δεν σχετίζονται με τους προηγούμενους» θα έχουν καλύτερο αποτέλεσμα. Η προσέγγιση αυτή είναι κυρίως ψυχολογικής χροιάς και δυστυχώς δεν έχει μεγάλη σχέση με την πραγματικότητα. Όλοι μας σε κάποια στιγμή έχουμε ακούσει για την ύπαρξη συμφωνιών οι οποίες δεσμεύουν τα Κράτη σχετικά με το «τι» και «πόσο» θα παράγουν. Αφορούν οι συμφωνίες αυτές σ’ έναν «καταμερισμό εργασίας» μεταξύ των κρατών όμοιο ακριβώς μ’ αυτόν εντός μιάς επιχείρησης. (Στο σημείο αυτό να ξεκαθαρίσουμε ότι δεν υπάρχει αυτό που κάποιοι λένε, δηλαδή πως ο καταμερισμός εργασίας διακρίνεται σε «καπιταλιστικό» και μη. Ο καταμερισμός εργασίας είναι μια τεχνική οργάνωσης με την οποία επιδιώκεται η αύξηση της αποτελεσματικότητας. Για να μην επανερχόμαστε να υπενθυμίσουμε ότι και ο Λένιν υπήρξε μεγάλος θαυμαστής του Χ. Φόρντ, του οποίου τα συστήματα οργάνωσης παραγωγής -καταμερισμό εργασίας- ήθελε όχι μόνο να εφαρμόσει αλλά και να εξελίξει περαιτέρω. Για τον λόγο αυτό -αλλά όχι μόνο- η διάκριση σε «καπιταλιστικό» και μη καταμερισμό εργασίας είναι όχι μόνο ψευδεπίγραφη αλλά και αποπροσανατολιστική. Άλλωστε ακόμη και στα πλαίσια της ΚΟΜΕΚΟΝ είχε επιχειρηθεί ένας αντίστοιχος καταμερισμός μεταξύ των μελών της). Υποτίθεται ότι μέχρι να «σπάσουν» αυτές οι συμφωνίες από την πλευρά της Ελλάδας πως η χώρα μας δεν μπορεί να καταφέρει ν’ αναπτυχθεί προς όφελος των πολιτών της.

Δυστυχώς η παραπάνω άποψη ακόμη και αν ισχύει πλήρως δεν είναι σε θέση να μας προσφέρει μια συνολική απάντηση στο ζήτημα του τι & πόσο παράγει (και τι θα έπρεπε να παράγει) και κυρίως για «ποιούς» η Ελλάδα. Μιλάμε δηλαδή γι’ αυτό που είναι γνωστό ως «παραγωγική βάση» της Χώρας. Είναι το κύριο αντικείμενο του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας (Συντονισμού στο παρελθόν). Αποτελεί επίσης ένα από τα «όπλα» των κομματικών επιτελείων τα οποία κάθε τόσο μιλούν (π.χ. βλέπε εδώ) σχετικά με την «ανάγκη αναθεώρησης του παραγωγικού μοντέλου της Χώρας». Το κακό σχετικά με την συζήτηση αυτή είναι ότι αυτή γίνεται μονόπλευρα και τις περισσότερες φορές το θέμα χρησιμοποιείται ως πεδίο λαϊκίστικης αντιπαράθεσης. Αυτό γίνεται γιατί αφ’ ενός το θέμα είναι «πιασιάρικο» και από την άλλη η σχετική συζήτηση απαιτεί χρόνο και έρευνα (χρησιμοποίηση των Εθνικών Στατιστικών). Έτσι είναι πολύ συχνό φαινόμενο ν’ ακούμε την προφανώς λαϊκίστικη άποψη για «έθνος σερβιτόρων» υπονοώντας τον προσανατολισμό της χώρας προς τον τουρισμό και τα σχετικά επαγγέλματα.

Ακόμη όμως και αν η Ελλάδα μπορούσε να παράγει ότι επιθυμούσε, αυτό θα έπρεπε να είναι το αποτέλεσμα του σχεδιασμού της «παραγωγικής βάσης» της, τον οποίο σχεδιασμό θα έπρεπε ν’ αναθεωρεί ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Για να είναι όμως σε θέση κάποιος να παράγει (ακόμα και αν έχει στην διάθεση του όλες τις απαραίτητες εγκαταστάσεις και πρώτες ύλες) απαιτούνται κεφάλαια (λεφτά), τα οποία αν δεν διαθέτει ο ίδιος πρέπει να βρεί από άλλες πηγές. Έχουμε γράψει σε παλαιότερα κείμενα μας ότι τα λεφτά (όπως και το φώς) δεν είναι μόνο ένα μέσο συναλλαγών αλλά είναι επίσης και εμπόρευμα. Με το χρήμα ως συναλλακτικό μέσο ανταλλάσσεται από διαφορετικούς ανθρώπους σε διαφορετικά μέρη του κόσμου το ίδιο ουσιαστικά πράγμα˙ο χρόνος που απαιτείται για την παραγωγή ενός προϊόντος ή υπηρεσίας. Πρίν την ολοκληρωτική επικράτηση του χαρτονομίσματος σε βάρος των χρυσών και ασημένιων νομισμάτων η αξία του χρήματος (όπως και κάθε άλλου εμπορεύματος) καθοριζόταν τόσο από την ονομαστική αξία του όσο και από την καθαρότητα του σε πολύτιμο μέταλλο αλλά κυρίως από την σπανιότητα του. Στις μέρες μας η αξία του χρήματος καθορίζεται κυρίως τόσο από την εξέλιξη κάποιων βασικών οικονομικών μεγεθών όσο και από τις εκτιμήσεις σχετικά με την μελλοντική εξέλιξη τους. Προφανώς όμως οι εκτιμήσεις -ειδικά όταν αφορούν χρονικά διαστήματα μεγαλύτερα του έτους- έχουν μεγάλο βαθμό αβεβαιότητας. Στο τέλος μοιάζουν σαν αυτοεκπληρούμενες προφητείες, αφού από προβλέψεις μετασχηματίζονται σε στόχους που πρέπει να επιτευχθούν και σε δεσμεύσεις που πρέπει να τηρηθούν. Ένα απλό και τυπικό παράδειγμα είναι η έκδοση ομολόγων τα οποία θα πληρωθούν σε 10 χρόνια από σήμερα. Πρέπει δηλαδή η κυβέρνηση να εκτιμήσει σήμερα την πορεία του πληθωρισμού για τα επόμενα 10 χρόνια ορίζοντας ένα τέτοιο επιτόκιο το οποίο θα θεωρηθεί ικανοποιητικό απ’ όσους έχουν τα λεφτά να την δανείσουν.  

Θεωρητικά τα κεφάλαια που αντλούνται μέσω της έκδοσης εντόκων γραμματίων και ομολόγων πρέπει να «επενδύονται» προκειμένου ο εκδότης (κυβέρνηση) να είναι σε θέση όχι μόνο ν’ αποπληρώσει τα δανεικά, αλλά και να σχηματίσει πλεόνασμα από το οποίο το μεγαλύτερο μέρος του θα επαναπροωθηθεί σ’ επενδύσεις και το υπόλοιπο στην εξόφληση παλαιότερων χρεών. Είπαμε παραπάνω ότι η κυβέρνηση-εκδότης των ομολόγων είναι υποχρεωμένη να μεριμνεί συνεχώς για την παραμονή του πληθωρισμού σε χαμηλά επίπεδα και της αύξησης του Α.Ε.Π. όσο ψηλότερα γίνεται προκειμένου τα ομόλογα που θα συνεχίσει να εκδίδει να είναι αν όχι περισσότερο τουλάχιστον το ίδιο ελκυστικά με τα προηγούμενα. Πρέπει να έχουμε υπόψη μας πως όπως για τον καθένα μας που επιθυμεί να «βγάλει κάποια λεφτά» (από τον στοιχηματισμό για παράδειγμα) έτσι και για όσους αγοράζουν ομόλογα η ελκυστικότητα είναι ταυτόσημη με υψηλές αποδόσεις σε συνάρτηση με χαμηλό ρίσκο. Ο μόνος παραδεκτός από το σύνολο των οικονομολόγων τρόπος να ρυθμίζεται ο πληθωρισμός είναι αυτός που η «Σχολή του Σικάγο» ανέδειξε σε πρότυπο˙ αυτός που είναι γνωστός σαν «μονεταρισμός». Η προσέγγιση αυτή πρεσβεύει ότι η σταθερότητα αλλά και η αξία του χρήματος διαφυλάσσεται μέσω της διατήρησης χαμηλού πληθωρισμού, ο οποίος επιτυγχάνεται μόνο με την αυξομείωση της κυκλοφορίας του χρήματος. Τα κύρια μέσα για την αύξηση ή τη μείωση της κυκλοφορίας του χρήματος είναι η αυξομείωση των επιτοκίων και η εκτύπωση (κόψιμο) νέου χρήματος.

Η παραπάνω τεχνική (γιατί περί τέτοιας πρόκειται) έχει με τα χρόνια επικρατήσει πλήρως στην οικονομική σκέψη εκμεταλλευόμενη το γεγονός της «δαιμονοποίησης» του πληθωρισμού ως το μεγαλύτερο (αν και αναγκαίο σε κάποιο βαθμό) «κακό» της οικονομικής δραστηριότητας. Οι εμπνευστές της τεχνικής αυτής θέλοντας μέσω της επικράτησης της ν’ αυτονομήσουν την οικονομία από την πολιτική, απαίτησαν (με τον τρόπο τους) η λήψη των μέτρων για την μείωση της νομισματικής κυκλοφορίας να γίνεται «αυτόματα» και ανεξάρτητα από τις επιθυμίες της κυβέρνησης. Για τον λόγο αυτό μπήκαν κάποια όρια η υπέρβαση των οποίων θα έπρεπε να προκαλέσει την «αυτόματη» ρύθμιση της νομισματικής κυκλοφορίας. Η ευθύνη για την ρύθμιση αυτή -αν και δεν αφαιρέθηκε τυπικά από την κυβέρνηση- μεταβιβάστηκε στον Κεντρικό Τραπεζίτη (Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας) ο οποίος συναποφασίζει (θεωρητικά) με τους Οικονομικούς Υπουργούς για το ζήτημα. Ωστόσο αυτή η «συναπόφαση» είναι μόνο τύποις, αφού η άποψη ότι ο πληθωρισμός είναι το υπέρτατο κακό και πως πρέπει να ελέγχεται με κάθε κόστος (ακόμη και σε βάρος της οικονομικής δραστηριότητας και της κοινωνικής συνοχής) έχει διαποτίσει σε τέτοιο βαθμό την οικονομική και πολιτική σκέψη που δεν αμφισβητείται ουσιαστικά από κανέναν. Με τον τρόπο αυτό η εκάστοτε κυβέρνηση αυτοπεριορίζεται παραδίδοντας ένα από τα σημαντικότερα όπλα της στην διάθεση των τραπεζιτών, των οποίων το κύριο μέλημα τους είναι η διατήρηση της αξίας του χρήματος στα επίπεδα που αυτοί επιθυμούν.

Τα κράτη όμως δεν είναι δέσμια μόνο των συμφερόντων των τραπεζιτών αλλά και των «αγορών». Με τον όρο «αγορές» εννοούμε το σύνολο των ιδιωτών (φυσικών και νομικών προσώπων) οι οποίοι έχουν συγκεντρώσει πλήθος κεφαλαίων τα οποία και δανείζουν εντόκως. Οι αγορές τουλάχιστον τα τελευταία 200 χρόνια συμπεριφέρονται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Κινούνται σαν αγέλη καρχαριών εφαρμόζοντας τα ίδια κριτήρια, κάτι που σημαίνει ότι αυτομάτως συντονίζονται μεταξύ τους και επιτίθενται όλοι μαζί. Από θεωρητικής πλευράς αποτελεί την πλέον οξεία αντίφαση αφού ο φορέας που είτε δημιουργεί τον πλούτο με τις δράσεις του είτε επηρεάζει την συγκέντρωση του με τις αποφάσεις του, είναι έρμαιο μιάς μικρής στην ουσία ομάδας ιδιωτών.

Βλέπουμε λοιπόν πως το Κράτος πρέπει να ισορροπεί (τις περισσότερες φορές χωρίς επιτυχία) ανάμεσα στα συμφέροντα των δανειστών του (ιδιωτών) και του κοινωνικού συνόλου χάρην του οποίου δανείζεται από τους πρώτους. Εξαιτίας του τρόπου λειτουργίας της χρηματικής οικονομίας (όχι κατ’ ανάγκη της λεγόμενης Καπιταλιστικής) αλλά και του τρόπου με τον οποίο αντιδρούν οι παράγοντες της «αγοράς» στις κρατικές αποφάσεις και πρωτοβουλίες (πάρα πολλές φορές οι αντιδράσεις διακρίνονται από ανορθολογικότητα παρά τις απαιτήσεις της Κλασικής Οικονομικής Θεωρίας) αρκετές φορές τ’ αποτελέσματα δεν είναι αυτά (ή στον ίδιο βαθμό) που αναμένονταν.

Ανακεφαλαιώνοντας, αναφέραμε μέχρι εδώ την σημασία του σχεδιασμού της «παραγωγικής βάσης» της Χώρας η οποία κατά διαστήματα θα πρέπει ν’ αναθεωρείται. Στη συνέχεια χρειάζονται κεφάλαια με τα οποία θα χρηματοδοτηθούν τα σχέδια τα οποία βασίζονται στον σχεδιασμό της «παραγωγικής βάσης». Τα κεφάλαια αυτά αντλούνται σε μεγάλες ποσότητες μέσω της έκδοσης τίτλων του Δημοσίου (έντοκα γραμμάτια και ομόλογα). Τα λεφτά αυτά προέρχονται από ιδιώτες είτε εντός της Χώρας είτε από τις λεγόμενες «αγορές». Είδαμε επίσης με ποιο τρόπο (μηχανισμό) προσπαθούν τα οικονομικά επιτελεία των Κρατών να κρατήσουν σχετικά σταθερό (υπό έλεγχο) τον πληθωρισμό -ο οποίος θεωρείται από την μεγάλη πλειοψηφία των οικονομολόγων ως το «υπέρτατο κακό»- ο οποίος επηρεάζει την αξία του χρήματος που κυκλοφορεί.

Βέβαια όλα όσα περιγράψαμε παραπάνω θα ήταν άχρηστα αν η Χώρα μας ήταν αυτάρκης. Αν διέθετε η ίδια τις απαραίτητες πρώτες ύλες για την κάλυψη των αναγκών της. Αν δεν χρειαζόταν να εισάγει τίποτα. Τότε δεν θα ήταν ανάγκη να παράγει για να ανταλλάξει (η πώληση είναι στην ουσία ανταλλαγή) αυτό που χρειάζεται κάποιος άλλος με αυτό που χρειάζεται εκείνη. Από τη στιγμή που αυτό δεν ισχύει, από τη στιγμή που είμαστε αναγκασμένοι για την πλήρη κάλυψη των αναγκών μας να αγοράσουμε και να πουλήσουμε στην παγκόσμια αγορά, από τη στιγμή εκείνη εκτειθέμεθα και στις ευκαιρίες αλλά και τους κινδύνους που αυτή προσφέρει. Δυστυχώς όμως -ειδικά όταν οι γενικότερες συνθήκες είναι ευνοϊκές- υπάρχει ο κίνδυνος να χάσουμε (ως Χώρα στην περίπτωση μας) τον προσανατολισμό και τις προτεραιότητες μας. Αυτό μπορεί να συμβεί όταν αποφασίζουμε να λειτουργούμε όχι για να καλύψουμε τις ανάγκες μας, αλλά για την παγκόσμια αγορά προμηθεύοντας είδη των οποίων η αξία υπερκαλύπτει την αξία αυτών που έχουμε ανάγκη για λογαριασμό μας. Όταν ο κύριος μας προσανατολισμός είναι τέτοιος, αυξάνεται η πιθανότητα σε μιά (σχετικά) απότομη αλλαγή των συνθηκών της παγκόσμιας αγοράς να μπορέσουμε να ισορροπήσουμε στη νέα κατάσταση. Φυσικά ότι ισχύει για τα κράτη ισχύει πολύ περισσότερο σ’ επίπεδο νοικοκυριού και εν τέλει σ’ επίπεδο ατόμου. Άλλωστε αυτοί που έχουν την μικρότερη ανάγκη των άλλων (εξάρτηση) είναι αυτοί οι οποίοι θέτουν τους όρους τους (επιβάλλονται) στους υπόλοιπους και ρυθμίζουν (σε κάποιο βαθμό) τις τύχες τους.  

Περιγράψαμε πολύ περιληπτικά τα παραπάνω θέματα μόνο και μόνο για να θέσουμε τη βάση του συμπεράσματος μας. Σε κάθε περίπτωση όσα περιλαμβάνονται στο Β΄Μέρος όπως θα γίνει προφανές (εκτός αν κάποιος είναι κακοπροαίρετος) ισχύουν έτσι κι αλλιώς για την επομένη των εκλογών ανεξαρτήτως του ποιά κομματική προέλευση θα έχουν οι Οικονομικοί Υπουργοί και ο Πρωθυπουργός (ειδικά αν είναι κυβέρνηση συνασπισμού).

 

 13 Γενάρη 2015.
παρατηρητής 1.

Διαβάστηκε 3827 φορές
 
 
   
Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Κείμενα Παρατηρητηρίου ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΟΙ ΕΚΛΟΓΕΣ ΤΗΣ 25ης ΓΕΝΑΡΗ 2015, Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ - Α΄ΜΕΡΟΣ.